ασταθής


ασταθής
[астатис] επ. неустойчивый, непостоянный, изменчивый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασταθής" в других словарях:

  • ἀσταθής — unsteady masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασταθής — Αυτός που δεν είναι σταθερός, που ταλαντεύεται, ο ευμετάβλητος. Α. ισορροπία λέγεται η κατάσταση ισορροπίας ενός σώματος από την οποία μπορεί αυτό να απομακρυνθεί και με την ελάχιστη ακόμα μετατόπισή του. Για παράδειγμα, ένα σώμα που μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • ασταθής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που δεν είναι σταθερός, που ταλαντεύεται, ο ευμετάβλητος (κυριολ. και μτφ.): Έχει πολύ ασταθή χαρακτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσταθῆ — ἀσταθής unsteady neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσταθής unsteady masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσταθής unsteady masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταθεῖ — ἀσταθής unsteady masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀσταθής unsteady masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταθές — ἀσταθής unsteady masc/fem voc sg ἀσταθής unsteady neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρβοαιμοσφαιρίνη — Ασταθής ένωση της αιμοσφαιρίνης (Hb) με διοξείδιο του άνθρακα, του τύπου HbCO2. H δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα με την αιμοσφαιρίνη είναι αντιστρεπτή. Η κ. σχηματίζεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια κατά τη διέλευσή τους από τα τριχοειδή των ιστών …   Dictionary of Greek

  • ἀσταθέες — ἀσταθής unsteady masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταθέεσσι — ἀσταθής unsteady masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσταθέεσσιν — ἀσταθής unsteady masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)